ΠΟΙΗΜΑ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

Τούτο το φως δεν κρύβεται

γεγγοβολάει και δείχνει

μέσα στην πιο βαθιά νυχτιά

των δολοφόνων ίχνη.

Τούτο το φως δε σώνεται,

σπαθί δεν το θερίζει·

ραντίστε τους ωραίους νεκρούς

με ανθόφυλλα και ρύζι.

Κι απέ στεριώστε τη γροθιά

στου κόσμου το τραπέζι

δω πέρα ο δίσκος θα κριθεί

κι αυτός που κρυφοπαίζει

Ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής εξηγεί πως εμπνεύστηκε για τη σύνθεση του το «Καπνισμένο Τσουκάλι» :

Από το έργο του Γιάννη Ρίτσου βρήκα πολλά ποιήματα που θα μπορούσα να τα προσεγγίσω και να γράψω πάνω τους μουσική. Πολλών λογιών συγκυρίες όμως δε μου επέτρεψαν να το κάνω. Ώσπου ήλθε η περίοδος της δικτατορίας και, το 1973, τα γεγονότα της Νομικής. Καθώς όλος ο κόσμος προσπαθούσε να συμπαρασταθεί με όποιο τρόπο μπορούσε στα παιδιά που είχαν κάνει κατάληψη, εγώ κλείστηκα σπίτι μου φέρνοντας συνέχεια στη σκέψη μου την ποίηση του Ρίτσου, γιατί μόνο αυτή εξέφραζε εκείνη τη στιγμή εκείνο που αισθανόμουν. Βρήκα μάλιστα ένα από τα λιγότερο γνωστά του έργα, το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ από τη συλλογή ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Ομολογώ ότι μπροστά μου ανοίχθηκε ένας διάπλατος ορίζοντας, που ούτε καν μπορούσα να το φανταστώ για ένα ποίημα γραμμένο σε άλλη εποχή, το 1948, κάτω από άλλες συνθήκες.

Άρχισα να το διαβάζω, να το επεξεργάζομαι μουσικά και μέσα σε δυο – τρεις μέρες είχα γράψει τα πρώτα μου τραγούδια: Το «Ήταν μακρύς ο δρόμος», το «Αυτά τα κόκκινα σημάδια» και το «Ξέρουμε». Την επομένη το βράδυ κατέβηκα στο κέντρο. Είχαν ήδη προχωρήσει τα γεγονότα, διαδηλώσεις, συλλήψεις. Μας κυνηγούσαν οι αστυνομικοί και κάποια στιγμή βρέθηκα με ένα παπούτσι στην οδό Αθηνάς, κοντά στη Λαχαναγορά. Για να γλυτώσω ανέβηκα σε ένα καρότσι, σκεπάστηκα με κάτι καφάσια και έμεινα εκεί ώσπου πέρασε η μπόρα. Διέσχισα μετά το Μοναστηράκι κι από κει έφτασα στην Πλάκα. Εκεί, στην οδό Θόλου, υπήρχε μία μπουάτ (νομίζω λεγόταν «Το χρυσό βαρέλι»), όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μπαίνω μέσα και βλέπω γύρω στους 40 – 50 φοιτητές, άλλους ματωμένους, άλλους με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, όλους στην ίδια περίπου κατάσταση με εμένα. Επικρατεί μία ατμόσφαιρα σχεδόν καλογερίστικη, συγκινησιακά φορτισμένη. Οπότε, με καλεί ο Ζωγράφος αν θέλω να παίξω κάτι δικό μου. Εκείνη την ώρα το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν τα τραγούδια του Ρίτσου που μόλις είχα γράψει. Κάθομαι λοιπόν στο πιάνο, συγκεντρώνομαι και προσπαθώ να τα θυμηθώ.

Παίζω το πρώτο κομμάτι, μετά το δεύτερο, μετά το τρίτο χωρίς να σταματήσω καθόλου ενδιάμεσα. Τελειώνοντας ένιωσα φοβερή κούραση, ένα πλάκωμα, και σα να μου είχαν κοπεί τα χέρια από τη ρίζα. Δε χειροκρότησε κανείς, αλλά μόλις γύρισα το κεφάλι, είδα όλα τα παιδιά αγκαλιασμένα ανά δύο, σκυφτά και να κλαίνε. Με πήραν και μένα τα κλάματα.

Αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση των πρώτων κομματιών από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ. Τότε κατάλαβα ότι ο Ρίτσος ήταν πραγματικά ένας οδηγητής, ένας οραματιστής, ένας ηγέτης ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν με υπερηφάνεια. Και τα ποιήματά του, που έγιναν τραγούδια, εκφράζουν τον αγώνα της εποχής και τον αγώνα κάθε εποχής για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία.

Γιατί, όσο κι αν φθείρεται η ψυχή του ανθρώπου, πάντα μία εσωτερική δύναμη αυτοάμυνας, του ανοίγει χαραμάδες και διόδους προς το φως.

Ο οδηγός του τανκ που εισέβαλε στο Πολυτεχνείο εξομολογείται από τη δική του οπτική γωνία την εμπειρία που έζησε:

Μόλις άρχισαν τα επεισόδια, μπήκαμε επιφυλακή. Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα της 16ης Νοεμβρίου, η ίλη μου πήρε εντολή να ετοιμαστεί για έξοδο. Αποφασίστηκε να βγουν πέντε δικά μας άρματα. Εγώ ήμουν οδηγός στο πρώτο άρμα που βγήκε στο δρόμο. Στη 1.15 το πρωί της 17ης Νοεμβρίου φτάσαμε στη διασταύρωση των λεωφόρων Αλεξάνδρας και Κηφισίας. Λίγο αργότερα διασχίζαμε την Αλεξάνδρας, όταν στο ύψος του ΙΚΑ, στη στάση Σόνια, σταματήσαμε γιατί ο δρόμος ήταν κλειστός. Υπήρχαν οδοφράγματα, φωτιές και ακινητοποιημένα λεωφορεία. Με διάφορες μανούβρες αριστερά – δεξιά, μπρος πίσω, άνοιξα τον δρόμο και προχωρήσαμε. Όταν φτάσαμε στη διασταύρωση της λεωφόρου Αλεξάνδρας και της οδού Πατησίων, μας έδωσαν εντολή να σταματήσουμε. Εκεί, στην πλατεία Αιγύπτου, μείναμε περίπου μια ώρα. Ο κόσμος θυμάμαι ότι μας φώναζε Είμαστε αδέλφια, είμαστε αδέλφια. Εγώ ήθελα να τους φάω. Τους έβλεπα σαν παράσιτα»! Μας είπαν να πάμε κοντά στο Πολυτεχνείο, αλλά όχι μπροστά στην πόρτα. Αυτό κάναμε. Σταματήσαμε λίγα μέτρα πιο πέρα.

Η ώρα έχει πάει 2 το πρωί. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, έστριψα το άρμα προς το Πολυτεχνείο, με γυρισμένο το πυροβόλο προς τα πίσω. Θυμάμαι ότι σηκώθηκα από τη θέση μου και εγώ και το άλλο πλήρωμα. Δεκάδες φοιτητές κρέμονταν από τα κάγκελα, ενώ εκατοντάδες βρίσκονταν στον προαύλιο χώρο. Έδειχναν πανικόβλητοι.

Τότε ήρθε ο οδηγός εδάφους του άρματος και μου λέει: «Θα μπούμε μέσα, θα ρίξουμε την πύλη. Ετοιμάσου! Πήρα θέση και ξεκίνησα. Δεν έβλεπα πολλά πράγματα, δεν είχα καλό οπτικό πεδίο, γιατί κοιτούσα πλέον από τη θυρίδα του άρματος. Δέκα εκατοστά πριν από την πόρτα, σταμάτησα. Σταμάτησα σκόπιμα. Στο φρενάρισμα, οι φοιτητές τρομαγμένοι έφυγαν προς τα πίσω. Αν έμπαινα με ταχύτητα, θα σκότωνα δεκάδες άτομα που εκείνη τη στιγμή ήταν κρεμασμένα στα κάγκελα. Μαρσάρω δυνατά. Η καγκελόπορτα έπεσε αμέσως. Πίσω από τη σιδερένια πύλη ήταν σταθμευμένο το Μερσεντές το οποίο είχαν βάλει εκεί οι φοιτητές για να φράξουν την είσοδο. Το έκανα αλοιφή. Η αριστερή ερπύστρια το έλιωσε. Με το που έπεσε η πύλη του Πολυτεχνείου εισέβαλαν οι αστυνομικοί για να συλλάβουν τους φοιτητές. Λίγο αργότερα κατέβηκα από το άρμα και μπήκα στον χώρο του Πολυτεχνείου. Δεν υπήρχε νεκρός. Θα μπορούσε όμως… Στο προαύλιο του Πολυτεχνείου ήταν πολλοί χτυπημένοι, θυμάμαι ότι είδα πολλούς τραυματίες ενώ τρεις – τέσσερις ήταν σωριασμένοι κάτω, ακίνητοι. Δεν ξέρω αν ήταν νεκροί. Δεν κοίταξα να δω…

Όταν γυρίσαμε στο στρατόπεδο, έγινα ήρωας. Τότε αισθανόμουν ότι ήμουν κάποιος, ότι έκανα κάτι μεγάλο. Στη δουλειά πριν από χρόνια κάποιος άκουσε πως με λένε και ρώτησε αν έχω κάποια σχέση με τον πορτάκια, όπως είπε, του Πολυτεχνείου. Ξάδελφος μου είναι, μακρινός. Σκοτώθηκε σε τροχαίο, απάντησα. Είμαι ένας άνθρωπος που δεν υπήρξε ποτέ 20 χρονών. Ο έφεδρος στρατιώτης σκοτώθηκε σε τροχαίο!. Οι φίλοι μου δεν ξέρουν ποιος είμαι ούτε κανείς στη γειτονιά. Μόνο η γυναίκα μου το ξέρει. Της το είπα ύστερα από χρόνια. Στα παιδιά μου δεν το είπα ακόμη. «Ντρέπομαι γι αυτό που ήμουν, γι αυτό που έκανα. Στη θέση μου θα μπορούσε να βρεθεί ο καθένας, έφεδρος στρατιώτης ήμουν άλλωστε. Δεν με απαλλάσσει όμως αυτό. Μέχρι που μπήκα μέσα, πίστευα αυτό που έκανα. Στη συνέχεια έγινε ο εφιάλτης της ζωής μου. Δεν ξέρω αν έχει νόημα, αλλά θα ήθελα να τους πω μια μεγάλη συγνώμη. Πιστεύω ότι αν δω σήμερα τη νεαρή φοιτήτρια που τραυματίστηκε σοβαρά κατά την εισβολή του τανκ, δεν θα ξέρω τι να της πω. Πολλές φορές όλα αυτά τα χρόνια πέρασε από το μυαλό μου να τη συναντήσω, αλλά σταματούσα. Θα ήθελα να τη δω, να της μιλήσω….. Δεν τολμάω όμως. Τα λόγια δεν σβήνουν τις πράξεις».

Ναι, έρχομαι από ΕΚΕΙ.

Τί μέρα είναι σήμερα;

Απ’ την Τετάρτη μπήκα μέσα.

Τί να σας πω;

Κόσμος πολύς στα κάγκελα, στο δρόμο, στην αυλή,

στα κάγκελα δεμένα χέρια,

χέρια, πλακάτ, κεφάλια, όπλα,

τί να σας πω;

Και βέβαια είχε αίμα.

Μήπως έχετε ένα τσιγάρο;

Τ’ αφήσαμε ΕΚΕΙ τα τσιγάρα,

πολλά τσιγάρα

κι ένα ταψί με κριθαράκι που μας έφερε η γριά.

Μήπως έχετε ένα ηρεμιστικό;

Ή, καλύτερα, ένα τσιγάρο.

Μα, ναι… Ήμουνα ΕΚΕΙ.

Τί να σας πω;

Δυο χιλιάδες; Τρεις χιλιάδες;

κι άσε τους έξω…

Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου.

Βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ

απ’ την Τετάρτη… ή την Τρίτη;

Στα κάγκελα δεμένα χέρια, πρόσωπα, πλακάτ,

με το φορείο φέραν μια κοπέλα.

Όχι, δεν ξέρω πόσων χρονών.

Όχι, δε φαινότανε το πρόσωπό της.

Όχι, σας λέω, το αίμα δεν είναι δικό μου…

Τί σας έλεγα; Για την κοπέλα.

Όχι, δεν ξέρω πώς τη λένε.

Ναι, ήμουνα ΕΚΕΙ.

Κανείς δεν ήθελε να φύγει.

Τα τανκς στεκόντουσαν στην πόρτα,

έξω απ’ τα κάγκελα,

όχι, μέσα απ’ τα κάγκελα,

όχι… έξω…

Μα, βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.

Τί να σας πω;

Όχι, δεν θέλω επίδεσμο, το αίμα δεν είναι από μένα..,

Δύο φαντάροι μ’ έκρυψαν σ’ ένα σκουπιδοτενεκέ

Χέρια δεμένα στις ερπύστριες,

μάτια, μαλλιά,

τα μάτια στα κάγκελα,

ανάμεσα στα κάγκελα…

Μόνο να ξημερώσει, λέγαμε…

Και βέβαια, ήμουνα ΕΚΕΙ.

Πώς να τα πω με τη σειρά;

Πέρασαν κι άλλοι από δω;

Κάτι κορίτσια, κάτι αγόρια…

Και βέβαια είχαμε νεκρούς.

Τί θα πει «πόσους;»

Όχι, το αίμα δεν είναι δικό μου,

δε θέλω επίδεσμο…

Με συγχωρείτε, πρέπει να πηγαίνω,

η μάνα μου θ’ ανησυχεί.

Τί να σας πω;

Δεν ξέρω…

Μα ναι…

ήμουνα ΕΚΕΙ…